Μαρτυρίες Μοναχῆς Ἀκακίας, ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος, στό Μάτι τῆς Ἀττικῆς. (Πρώτη Μαρτυρία)

Πρώτη Μαρτυρία:

 Μοναχή  Ἀκακία: Πέρσι, στίς 26 Νοεμβρίου 2014, στήν ἑορτή τοῦ ὁσίου Σοφιανοῦ, ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως δέν βρίσκαμε ἱερέα, γιά νά μᾶς τελέσει Θ. Λειτουργία. Νωρίς τό πρωί ἐμφανίσθηκε ἀπό τό πουθενά ὁ γνωστός στήν Μονή μας π. Νεκτάριος Πέττας. Ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν εἴχαμε καμμία φυλλάδα, γιά νά τοῦ δώσουμε γιά τόν ὅσιο Σοφιανό. Ὁ π. Νεκτάριος παρ’ ὅλο πού λειτουργοῦσε ἐκείνη τήν στιγμή, ἔδειξε τήν μεγάλη του στενοχώρια, διότι, ὅταν τό 2009 εἶχε τυπώσει τήν Ἀκολουθία, μας εἶχε δώσει ὡς εὐλογία τρία κιβώτια μέ τόν βίο καί τήν πανηγυρική Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Σοφιανοῦ, ἀλλά συνέχισε τήν Λειτουργία. Στενοχωρήθηκε πολύ, ὅπως καί ἐμεῖς στενοχωρηθήκαμε πολύ, ἀλλά καί ἡ ἴδια πάρα πολύ στενοχωρήθηκα σάν νά ἔφταιγα ἐγώ, γιατί καί στά χέρια μου ἦλθε αὐτή ἡ φυλλάδα καί τήν ἔδωσα, γιά νά γίνει γνωστός ὁ ὅσιος Σοφιανός. Συνέχισε ὁ π. Νεκτάριος τήν Λειτουργία καί σέ κάποια στιγμή, καθώς διάβαζε εὐχές τῆς μετουσίωσης στήν Ἁγία Τράπεζα σκυμμένος καί ἐγώ ἤμουν ἀφοσιωμένη, τήν ἴδια στιγμή στά τελούμενα, στήν Ἁγία Τράπεζα, δίπλα δεξιά του, βλέπω ἕναν ἱερέα νά στέκεται ἀμίλητος, νά τόν κοιτάζει καί νά ἀκούει τίς εὐχές. Ποτέ μου δέν ἔχω δεῖ κάτι ἀποκαλυπτικό καί ἀναρωτιόμουν ποίος ἄραγε νά εἶναι, ἀφοῦ δέν ἔχουμε ἱερέα ἄλλο ἐδῶ; Κάνω τόν σταυρό μου, τά χάνω,  τόν κοιτάζω ἐντατικά καί προσεκτικά ἀκόμα πιό πολύ, φεύγει τό βλέμμα μου ἀπό τόν π. Νεκτάριο, προσέχω τόν ἱερέα τόν ἄλλο, τόν προσέχω, τόν προσέχω καλά. Ἔμεινε τυπωμένη ἡ μορφή του πρίν ἀκόμη τόν χάσω, γιατί ἔσβηνε… λίγο, λίγο, λίγο, ἔσβηνε, χάθηκε, χωρίς νά φύγει, χωρίς κἄν νά κινηθεῖ.

Ἀμέσως σκέφθηκα ὅτι θά ἦταν ὁ ἅγιος Σοφιανός, πού ἑόρταζε καί ἔχουμε καί τήν λειψανοθήκη του στό Παρεκκλήσιο αὐτό, πού βρίσκεται στό κτήριο, ὅπου εἶναι τά κελλιά μας, τῆς Παναγίας μας, «Ρόδον τό ἀμάραντον». Δέν εἶμαι βεβαίως ἐγώ ἄξια νά δῶ τόν ἅγιο Σοφιανό, ἀλλά ἦλθε στήν στιγμή πού ἤμουν τόσο στενοχωρημένη καί στενοχωρημένος καί ὁ π. Νεκτάριος, πού εἶπα πώς ὁ ἅγιος Σοφιανός παρουσιάσθηκε, πού δέν εἴχαμε τήν φυλλάδα του, γιά νά λειτουργήσει ὁ π. Νεκτάριος, γιατί χρειαζόταν τό βιβλίο, ὥστε νά συνεχίσει  τήν Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Σοφιανοῦ. Σκέφτηκα λοιπόν πώς ὁ ἅγιος Σοφιανός βρέθηκε μπροστά του, γιά νά συλλειτουργήσει μαζί του.  Αἰσθάνθηκα πώς δέν εἶμαι ἄξια νά τόν δῶ, ἀλλά μου πέρασε καί ἐμένα ἡ στενοχώρια μέ τήν σκέψη αὐτή.  Ὅλο αὐτό τό διάστημα, ὁ χρόνος, γιατί τώρα πλησιάζει νά ἔλθει χρόνος, ἔμεινα μέ αὐτή τήν σκέψη.  Δίσταζα νά τό πῶ σέ κανέναν, οὔτε στήν γερόντισσά μας Μοναχή Μαρία δέν εἶπα ὅ,τι εἶδα, γιατί δέν εἶμαι ἄξια.  Τό ξαναλέω, στόν ὕπνο μου ἔχω δεῖ πολλά ὄνειρα, ἀλλά νά δῶ ὅραμα ποτέ. Δέν ἔχω δεῖ καί δέν ἤθελα νά τό πῶ καί, ὅσες φορές τό ἔχω σκεφτεῖ,  κάνω τόν Σταυρό μου καί λέω νά μέ συγχωρέσει ὁ Θεός γιά αὐτό πού εἶδα. Δέν τό εἶχα πεῖ.

Καί ξαφνικά σήμερα, 1η Ὀκτωβρίου 2015, μοῦ φέρατε, καλή μου κυρία Θεώνη, ἀπό τήν Ἀγγλία στά χέρια μου τό βιβλίο τοῦ ἁγιορείτου Γέροντος π. Μαξίμου τοῦ Ἰβηρίτου, πού ἔχει τίτλο: «Νέαι ἡγιασμέναι μορφαί εἰς τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. π. Νικόλαος Πέττας (1941-4.1.2000) καί ἡ πρεσβυτέρα του Ἀνθή (1943-6.12.2012) » ( http://www.pnikolaos.gr ). Ὅπως τό ἀνοίγω ἀπό τήν πίσω πλευρά στήν σελίδα 89, πέφτει τό μάτι μου κατευθεῖαν ἕνα ἀσπρόμαυρο πορτρέτο, ὅπου ἀναγράφεται «Ὁ Δίκαιος Σημειοφόρος Ἱερεύς Νικόλαος Πέττας», πού μου φάνηκε σάν νά εἶναι ἁγιογραφία ὄχι φωτογραφία. Ἐκείνη τήν στιγμή στέκομαι καί λέω: «Κάπου τόν ἔχω δεῖ. Ποῦ ὅμως τόν ἔχω δεῖ!». Θυμήθηκα ὅτι αὐτός ἦταν ὁ ἅγιος Σοφιανός! Πῶς γίνεται αὐτό;  Εἶπα: «Τί παράσταση εἶναι αὐτή;». Καί, ὅταν μοῦ εἴπατε ὅτι τήν ἔχουν ζωγραφίσει στό Ἅγιο Ὅρος, δέν μπορῶ νά τό πιστέψω. Συγκινημένη, τόση ὥρα τήν κοίταζα καί τήν κοίταζα καί δέν σᾶς ἔλεγα τίποτα. Μπορεῖ νά μέ βλέπατε. Τήν προσκύνησα σάν ἅγιο πνευματικό καί σκέφτηκα ὅτι αὐτή ἡ φωτογραφία, ἄν τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο ἁγιοκαταταχθεῖ, αὐτή νά βάλουν, αὐτή τήν φωτογραφία νά κρατήσουν ὡς πρότυπο.

Θεώνη: Δηλαδή τόν εἴχατε δεῖ νά συλλειτουργεῖ μέ τόν γιό του τόν π. Νεκτάριο, καί νομίσατε ὅτι ἦταν ὁ ἅγιος Σοφιανός;

Μοναχή Ἀκακία: Ναι, γιατί ἐκείνη τήν στιγμή χάθηκε ἡ φυλλάδα καί πῆρα τήν στενοχώρια, γιατί ὁ π. Νεκτάριος δέν εἶχε νά συνεχίσει τήν Λειτουργία τοῦ ἁγίου Σοφιανοῦ καί εἶπα  πώς ἦλθε στήν Λειτουργία ὁ ἅγιος Σοφιανός. Δέν ἤμουν ἄξια, ἀλλά ἦταν ἄξιος ὁ π. Νεκτάριος καί ἦλθε. Ὄχι ὅτι ἐγώ εἶμαι ἄξια νά  δῶ τόν ἅγιο Σοφιανό καί δέν τόν μελέτησα ποτέ.  Δέν μοῦ εἶχε περάσει ὅμως ἀπό τήν σκέψη μου. Συνεχῶς μοῦ ἐρχόταν αὐτή ἡ σκέψη πάντα, ὅταν θυμόμουν τόν π. Νεκτάριο, ὅτι ἦταν κοντά τοῦ ὁ ἅγιος Σοφιανός. Τώρα κατάλαβα ὅτι δέν ἤμουν βεβαίως ἄξια νά δῶ τόν ἅγιο Σοφιανό, ἀλλά τόν πατέρα τοῦ π. Νεκταρίου, σάν νά τοῦ ἔλεγε: «Μήν στενοχωριέσαι, εἶμαι ἐγώ κοντά σου καί συλλειτουργῶ, ἀφοῦ δέν ἔχεις τήν φυλλάδα». Δέν εἶναι ἔτσι;

Θεώνη: Πεῖτε μου ἄλλη μία φορά ἀδελφή, πώς σᾶς λένε, ἀπό ποιό μοναστήρι εἶστε καί ποιά εἶναι ἡ Ἡγουμένη σας.

Μοναχή Ἀκακία:  Ἀκακία,  ἀπό τήν Ἱ. Μονή Ἁγίας Τριάδας Λύρειου, Ραφήνα,  Μάτι –ἔχουμε δύο διευθύνσεις-  Νέο Βουτσᾶ,  Μάτι τ.κ.: 190 09 Ἀττικῆς.

Θεώνη:  Καί τήν Ἡγουμένη σας, ποῦ μας ἔδωσε πρίν ἀπό λίγο τήν ἄδεια νά πάρουμε αὐτή τήν συνέντευξη, πῶς τήν λένε;

Μοναχή Ἀκακία: Καθηγουμένη γερόντισσα Μαρία Καλεμῆ.

Μοναχή Ἀκακία: Ἐγώ συνήθως δέν μιλάω, δέν μπορῶ νά μιλάω, εἶμαι 89 ἐτῶν.

Θεώνη:  Σοβαρά;

Μοναχή Ἀκακία: Ναί!

Θεώνη:  Ἀδελφή, ἄν ποτέ ἐκδοθεῖ βιβλίο γιά τόν π. Νικόλαο ἤ ἄν γίνει κάποιο συνέδριο ἤ γραφεῖ κάποιο ἄρθρο σέ περιοδικό ἤ ἐφημερίδα, σᾶς πειράζει αὐτά, ποῦ μοῦ εἴπατε, νά τά γράψουμε;

Μοναχή Ἀκακία:  Δέν μέ πειράζει ἐμένα, ἀλλά θέλω νά πῶ ὅτι δέν τά ἔχω πεῖ σωστά καί καλά [δείχνει τό στόμα της, ὑποδηλώνοντας ὅτι ἔχει πρόβλημα στήν ὁμιλία], δέν τά λέω σωστά καί καλά νά τά διορθώσετε!

Θεώνη: Μιά χαρά τά εἴπατε. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.